Winning details

Στην πρώτη του εκτός έδρας δοκιμασία απέναντι σε ομάδα της elite, ο Παναθηναϊκός αν και παρουσίασε ανησυχητικά συμπτώματα πνευματικής ανισορροπίας κατά διαστήματα, είχε στρογγυλοκαθίσει στην πηγή για περίπου 36 αγωνιστικά λεπτά, όμως ένα ξέσπασμα των Καταλανών και οι δική του δυστοκία στο τελευταίο τετράλεπτο, του στέρησαν την ευκαιρία να πιει νερό.

Η αναμέτρηση στη Βαρκελώνη κατέστησε σαφές ακόμη και στον πιο αδαή ποιο είναι το ξεχωριστό γνώρισμα, που διακρίνει τα σύνολα πρώτης ταχύτητας από τα απλά καλά σύνολα. Η εκτέλεση εκείνων των μικρών λεπτομερειών, που ξεκλειδώνουν την πόρτα της νίκης, όταν η αναμέτρηση φτάνει σε σημείο καμπής και όταν οι παλμοί ανεβαίνουν σε αρκετά υψηλά επίπεδα. Όταν δε, καλείσαι να καλύψεις και ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποιοτικό désavantage, όπως κλήθηκαν οι πράσινοι στη Βαρκελώνη, οι winning details αποτελούν μονόδρομο, αν θέλεις να διεκδικήσεις το κάτι παραπάνω. Οι πράσινοι αυτή τη στιγμή δεν είναι ομάδα πρώτη γραμμής σε καμία περίπτωση. Έχουν σίγουρα την προοπτική να γίνουν, όμως αυτό απαιτεί αρκετό και παραγωγικό χρόνο. Αυτή η εξάδα πολύ δύσκολων παιχνιδιών έρχεται στο κατάλληλο σημείο για να λειτουργήσει σαν καθρέπτης σε καθαρά αγωνιστικό επίπεδο, αλλά και σαν τεστ χαρακτήρα σε πνευματικό επίπεδο.


Μιλώντας για winning details, τις οποίες δεν εκτέλεσαν χθες το βράδυ οι παίκτες του Ρικ Πιτίνο, ας σκεφτούμε μία αρκετά οικεία σε όλους μας περίπτωση ομάδας ως ένα απλό παράδειγμα. Τον Ολυμπιακό. Την δεκαετία που διανύουμε και σε λίγες μέρες θα αποχαιρετήσουμε, οι ερυθρόλευκοι βρέθηκαν, κακά τα ψέματα, στο απόγειο της ιστορίας τους με 2 κατακτήσεις και άλλες 3 συμμετοχές στον τελικό της διοργάνωσης. Οι ερυθρόλευκοι έχτισαν σταδιακά νοοτροπία νικητή, ακόμη κι αν κάποιες φορές απέτυχαν ή είχαν τραγικά αποτελέσματα ή καλούνταν να παλέψουν απέναντι σε ποιοτικότερες ομάδες. Πριν την έναρξη κάθε αγώνα, όμως, γνωρίζαμε ένα πράγμα. Είτε αντιμετώπιζε μία τυχαία επαρχιακή ομάδα είτε αντιμετώπιζε τους Ντιτρόιτ Πίστονς του Λάρυ Μπράουν: Ο ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ ΘΑ ΕΠΑΙΡΝΕ ΤΑ ΡΙΜΠΑΟΥΝΤ. Είναι τυχαίο πως στην χρυσή τους περίοδο οι ερυθρόλευκοι έχουν υπάρξει κορυφαία rebounding team στην Ευρώπη ; Το κρατάμε. Επιστροφή στη Βαρκελώνη. Αν σας ζητούσα να καταθέσετε την πιο έντονη ‘εικόνα’ της αναμέτρησης, αυτή θα ήταν η ‘εικόνα’ ενός άστοχου σουτ της Μπαρτσελόνα με τους Ισπανούς να εξασφαλίζουν 2η ευκαιρία εκτέλεσης με επιθετικό ριμπάουντ. Κάποιος, μάλιστα, θα μπορούσε να απομονώσει τη στατιστική κάρτα στο τέλος του 1ου δεκαλέπτου με το μόλις 1 ριμπάουντ των πρασίνων. Winning details…

Απέναντι σε διαφορετικές άμυνες


Οι πράσινοι μέσα σε διάστημα μίας εβδομάδας ήρθαν αντιμέτωποι με δύο διαφορετικές αμυντικές φιλοσοφίες απέναντι σε Ολυμπιακό και Μπαρτσελόνα. Από το ένα άκρο και την παθητική άμυνα αλλαγών του coach Κεμζούρα, η οποία είχε ως στόχο τη φραγή των passing lanes μετά το pick και την επιβολή ταυτότητας εκτελεστή στους guards του Τριφυλλιού (πέτυχε τον στόχο του, καθώς ο Παναθηναϊκός σε 45 λεπτά αγώνα μοίρασε μόλις 11 ασίστ), στο άλλο άκρο και την εξαιρετικά aggressive αμυντική προσαρμογή του Σβέτισλαβ Πέσιτς στις περισσότερες pnr καταστάσεις, η οποία ξεκινούσε συνήθως από δυναμικό hedge out και έφτανε μέχρι και στα όρια του trapping. Εκ του αποτελέσματος το σύνολο του Ρικ Πιτίνο πέρασε με επιτυχία και τα δύο αυτά τεστ, καθώς σκόραρε κατά μέσο όρο 86.0 πόντους (χωρίς την παράταση), δείγμα του τρομερού firepower που είναι κατανεμημένο σε όλες τις θέσεις του πράσινου ρόστερ.


Απέναντι στη Μπαρτσελόνα το Τριφύλλι έπαιξε περισσότερο από κάθε άλλη φορά φέτος με το short roll του ψηλού, ο οποίος στη συνέχεια σε μία κατάσταση 4V3 θα έπρεπε να γίνει εν δυνάμει δημιουργός. Ο Παναθηναϊκός, παρολ’ αυτά και σε αντίθεση με τις τάσεις του σύγχρονου μπάσκετ δεν είναι τόσο εκπαιδευμένος σε τέτοιου είδους καταστάσεις. Δεν τις παίζει, δεν τις προτιμά αν θέλετε, αφού δεν έχει τους ψηλούς με τα απαραίτητα passing skills, οι οποίοι θα τις υπηρετήσουν. Δημιουργήθηκαν, πάντως, σε αρκετές περιπτώσεις προϋποθέσεις καλών-efficient εκτελέσεων, όμως από ένα σημείο και μετά μερικά ελεύθερα σουτ νομίζω πως αποτέλεσαν απόλυτα συνειδητό ρίσκο από μεριάς Μπλαουγκράνα. Με βάση τα παραπάνω, οι πράσινοι θα ήθελαν οπωσδήποτε τους πλαϊνούς τους σουτέρ σε εξαιρετική βραδιά, έτσι ώστε να πάρουν το μάξιμουμ και να ωθήσουν τα μεγάλα κορμιά των Ισπανών σε βαθύτερα αμυντικά rotations (η ΤΣΣΚΑ απέναντι στη Μπαρτσελόνα επιτέθηκε με εξαιρετική ροή στα close outs και την κονιορτοποίησε). Παπαπέτρου, Τόμας, Μπέντιλ, Τζόνσον 2/12 τρίποντα συνολικά. Τελειώνει εδώ η κουβέντα.

Το high post τον πληγώνει

Από την άλλη μεριά, στα δύο τελευταία παιχνίδια παρατηρούμε ένα κοινό μοτίβο, στον τρόπο με τον οποίο οι αντίπαλες ομάδες επιτίθενται βάσει πλάνου κατά της πράσινης άμυνας. Δεν χωρά καμία αμφιβολία, πως Μιλουτίνοφ σε πρώτη φάση και Ντέιβις στη συνέχεια έκαναν το κομμάτι τους παίρνοντας πολλές μπάλες στο high post. Ο Σέρβος αποτέλεσε τον εγκέφαλο της ερυθρόλευκης παραγωγικής διαδικασίας, ενώ με τα hand offs και τα καλά του σκριν αποτέλεσε πολύ σταθερό σκαλοπάτι στον δρόμο του Σπανούλη προς τη ρακέτα. Ο, αγαπημένος μου, Μπράντον Ντέιβις εν συνεχεία έβαλε με μεγάλη συχνότητα τη μπάλα στο παρκέ και επιτέθηκε κατά μέτωπο απέναντι στον εκάστοτε αντίπαλο σέντερ, ενώ πλήγωσε και από mid range εκτελέσεις. Γενικότερα, οι πράσινοι δεν κατάφεραν ποτέ να προσαρμοστούν στην ικανότητα των Καταλανών να βάλουν τη μπάλα στο παρκέ από ΟΛΕΣ τις θέσεις (πώς σας φαίνεται ο Χάνγκα σε ρόλο floor general), στοιχείο που νομίζω πως αναμένεται να προβληματίσει κάθε ομάδα στη διοργάνωση.

Τις πταίει;

Άμεσο απότοκο του high post παιχνιδιού των αντίπαλων ψηλών αποτελεί η αφύλαχτη διάβαση στον πράσινο άξονα, αφού ο Γιώργος Παπαγιάννης βγαίνει ψηλά έτσι ώστε να ελέγξει και τη δραστηριότητα του αντίπαλου guard και δεν διαθέτει τα γρήγορα πόδια για άμεσο recover. Θυμηθείτε πόσο απροκάλυπτα οι ερυθρόλευκοι προσπαθούσαν να επιτεθούν σε two man game απέναντι σε Φριντέτ-Παπαγιάννη. Για τον Big Papa βέβαια τα έχουμε πει πολλές φορές. Τεράστιο potential βάσει φυσικού πακέτου, αλλά σε πρώτη φάση η χαμηλή πλευρική ταχύτητα και το αρκετά soft πνευματικό του υπόβαθρο τον κρατούν σε χαμηλές πτήσεις. Παρολ’ αυτά μήπως η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο τον Παπαγιάννη ; Μήπως ο Παπαγιάννης δεν θα έπρεπε να βγαίνει εκτός low post στα μετόπισθεν; Ο Ταβάρες της Ρεάλ π.χ. βγαίνει συχνά έξω απ’ τη ρακέτα ; Μήπως στο πράσινο ρόστερ θα έπρεπε να υπάρχει ένας Χάκετ, ένας lockdown defender στη θέση 1-2, ο οποίος θα μπορούσε να σπάσει σκριν και να «δείρει» κρατώντας αυτόματα τον Παπαγιάννη πιο βαθιά, εντός αμυντικής comfort zone ; Πότε θα σταματήσουμε να ζητάμε από παίκτες πράγματα, που δεν ανήκουν στο ρεπερτόριό τους; Η απάντησή μου στο ερώτημα σε ποια θέση θα ήθελα να υπάρξει ενδεχόμενη ενίσχυση.


ΥΓ : Το δίδυμο Μήτογλου-Γουάιλι πρέπει να το αγαπήσουμε λίγο παραπάνω.

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter

Αφήστε μια απάντηση