Ασθενής

Ο Δημήτρης Κουσουντίδης γράφει για τα προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει ο Παναθηναϊκός για να φτάσει στα πλέι-οφ.

Ακόμη μία ήττα για το τριφύλλι. Τρίτη στις τελευταίες τέσσερις ευρωπαϊκές αναμετρήσεις, με τον Φεβρουάριο να αναδεικνύεται σε μήνα παθών, αλλά και σε μήνα ρεαλισμού παράλληλα, με όλα τα τρωτά σημεία και τις δομικές αστοχίες των πρασίνων να αναδεικνύονται με τον πλέον εμφατικό τρόπο στο προσκήνιο από αντιπάλους διαφορετικών ταχυτήτων σε Α1 και Euroleague.

Ο Παναθηναϊκός είναι ξεκάθαρα ασθενής δεχόμενος ισχυρά πλήγματα, τα οποία μπορούν να τον επηρεάσουν, όχι τόσο βαθμολογικά (αν και το status του στην 8άδα έχει τεθεί εν αμφιβόλω με την χθεσινή ήττα), αλλά ψυχολογικά βυθίζοντάς τον σε ένα τοξικό κλίμα απογοήτευσης και εσωστρέφειας.

Στο αμιγώς αγωνιστικό κομμάτι το συμπέρασμα είναι ένα και είναι πολύ απλό. Το σύνολο του Ρικ Πιτίνο μοχθεί το τελευταίο διάστημα, έτσι ώστε να φτάσει για 40 λεπτά στο πολυπόθητο two way basketball, στο μπάσκετ της ισορροπίας. Και δυστυχώς δείχνει να μην είναι ικανό να τα καταφέρει…

«Έλλειψη block out», «κακά φάουλ», «επιτρέψαμε στον αντίπαλο να βγάλει περισσότερη ενέργεια», «κάναμε 15 λάθη και δώσαμε 15 επιθετικά ριμπάουντ», «δεν έχουμε τη φυσική σκληρότητα που χρειάζεται», «δε μας αρέσουν οι επαφές» ήταν μερικές από τις φράσεις του Ρικ Πιτίνο κατά τη διάρκεια της συνέντευξης τύπου μετά την ήττα από την Μπαρτσελόνα.

Στοιχεία που αποτελούν σημαντικά objectives, όταν καλείσαι να αντιμετωπίσεις πιο ταλαντούχες, πιο γεμάτες, πιο έμπειρες ομάδες, ο Παναθηναϊκός δεν κατάφερε να τα κατοχυρώσει σε καμία περίπτωση ειδικά μετά το 25ο λεπτό. Διάστημα 15 λεπτών δηλαδή, στο οποίο οι πράσινοι κατόρθωσαν να δεχθούν 44 πόντους από τους Καταλανούς επιτρέποντάς τους να ανεβάσουν κατακόρυφα τα ποσοστά τους, καθώς και τον αριθμό των εκτελέσεών τους.

Η αλήθεια είναι πως η έλλειψη physicality και grittiness, στο παιχνίδι των πρασίνων αποτελεί χρόνιο πρόβλημα, που τους θέτει χαμηλό ταβάνι στους αγώνες υψηλών απαιτήσεων, όμως σε ένα τέτοιο παιχνίδι όπως το χθεσινό δε μπορώ να κατανοήσω τη μη χρησιμοποίηση του Ντίνου Μήτογλου (αγωνίστηκε για μόλις 1:57).

Είναι δεδομένο πως οι Μπλαουγκράνα διαθέτουν τα ‘υλικά’ στο ρόστερ τους, ώστε να παρατάξουν lineups με μεγάλα μεγέθη και να δημιουργούν αυτόματα miss matches στις περισσότερες θέσεις. Είναι επίσης δεδομένο, πως στο 2ο ημίχρονο ο Σβέτισλαβ Πέσιτς σημάδεψε σε μεγάλη συχνότητα το δίδυμο Φριντέτ-Παπαγιάννη και επιτέθηκε με two man game πάνω τους.

Νομίζω πως ο Ντίνος θα έπρεπε να έχει ρόλο στο συγκεκριμένο παιχνίδι κυρίως στη θέση 5 στο κλείσιμο του παιχνιδιού, έτσι ώστε ως δίδυμο με τον Μπέντιλ (κακώς έχω την εντύπωση αντικαταστάθηκε όταν είχε βρει ρυθμό για να δώσει την θέση του στον αρκετά soft Τόμας) να προσφέρουν το απαραίτητο mobility και τη συνέπεια στο ριμπάουντ δίχως να αποτελούν στόχους στο αντίπαλο pnr.

Μιλώντας για το μπάσκετ της ισορροπίας στο οποίο καλούνται να φτάσουν οι πράσινοι αν θέλουν να έχουν κάποιες ελπίδες να παρουσιαστούν ανταγωνιστικοί σε ενδεχόμενη πρόκρισή τους στην post season, μεγαλύτερη liability αυτή τη στιγμή μοιάζει δυστυχώς η μη προσαρμογή του Τζίμερ Φριντέτ στο ευρωπαϊκό παιχνίδι επαφών και κυρίως στα μετόπισθεν.

Απέναντι στη Μπαρτσελόνα ο Φριντέτ έδειξε διάθεση στην άμυνα, αλλά έδειξε επίσης πως δυστυχώς η διάθεση μόνο δεν επαρκεί. Δεν μπόρεσε σε καμία περίπτωση να ελέγξει τα hard cuts του Χίγκινς, ενώ σημαδεύτηκε ανελέητα στις pnr καταστάσεις δημιουργώντας ανισορροπία στα μετόπισθεν της ομάδας του και γενικότερα αυτό το match up Χίγκινς-Τζίμερ αποτέλεσε ισχυρή δόση σουρεαλισμού κατά τη διάρκεια του αγώνα.

Αυτό βέβαια αποτελεί τη μία πλευρά του νομίσματος. Η άλλη πλευρά του νομίσματος απεικονίζει την ευθύνη της ομάδας να τον πλαισιώσει με έναν ποιοτικό combo με ανεπτυγμένο αμυντικό φίλτρο (τύπου Χάκετ), καθώς και με έναν αθλητικό rim protector, κάτι που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

Το πρόβλημα, μάλιστα, διογκώνεται αν λάβουμε υπ’ όψιν μας την ύπαρξη ακόμη δύο κάτω του μετρίου αμυντικών στο ρόστερ, δηλαδή τους Τόμας και Γουάιλι.

Το τριφύλλι δεν κατάφερε να διατηρήσει την συνέπειά του επί 40 λεπτά όσον αφορά τον τομέα της ενέργειας που κατέθετε στο παρκέ και ίσως στο συνηθισμένο, τη φετινή σεζόν, φαινόμενο του να χάνει πανεύκολα τις διαφορές που με κόπο χτίζει, κρύβεται και κάποιο θέμα φυσικής κατάστασης των αθλητών. Αναμφίβολα, δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο να ανταγωνίζεσαι μία ομάδα με τέτοια μεγέθη και τέτοια επιβλητική physical παρουσία σε όλες τις θέσεις, η οποία μάλιστα επιλέγει να πιέσει στα 4/4 του παρκέ για τη μεγαλύτερη διάρκεια του παιχνιδιού.

Χαρακτηριστικό είναι πως η περιφερειακή τριάδα Ντιλέινι, Χίγκινς, Χάνγκα, η οποία έχει αγωνιστεί τα περισσότερα λεπτά φέτος για τους Καταλανούς (μετά τον σούπερ σταρ Μίροτιτς φυσικά), όταν νιώσει τον κίνδυνο θα σε ‘πνίξει’ με την άμυνα με συνοπτικές διαδικασίες.

Οι λάθος επιλογές του Καλάθη στο κλείσιμο του αγώνα δεν αποτελούν προϊόντα τύχης ή κάποιας αβλεψίας του Νικ (για ακόμη ένα παιχνίδι εκτελεί δύο αψυχολόγητα τρίποντα μετά από ντρίμπλα με πολλά δευτερόλεπτα επίθεσης να απομένουν και αυτό κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσει), αρκεί να θυμηθείτε τα κορμιά που έβρισκε κάθε στιγμή μπροστά του ακόμη και στο απλό κατέβασμα της μπάλας.

Οι παίκτες του Πέσιτς έβαλαν πολύ δυνατά τα σώματά τους, πήγαν σε αρκετές επαφές και σε τρομερά πιεστική άμυνα ωθώντας τους πράσινους σε κακές θέσεις πάνω στο παρκέ και μη παραχωρώντας τους περιθώρια επιθετικής παραγωγής μέσω flex καταστάσεων, τις οποίες ο coach Πιτίνο χρησιμοποιεί αρκετά συχνά.

Σ’ αυτό το σημείο να επαναλάβουμε, πως ίσως η έλλειψη slashing χαρακτηριστικών στο ρόστερ, ενός παίκτη δηλαδή που θα μπορεί να κινηθεί κάθετα με συνέπεια και θα πυροδοτεί αλυσιδωτές αμυντικές αντιδράσεις από τον αντίπαλο, θα στοιχίσει σε τέτοιου είδους παιχνίδια, όπου τα αμυντικά rotations εκτελούνται με τέτοια αποτελεσματικότητα που ορισμένες στιγμές απλά γυρίζεις τη μπάλα στην περιφέρεια δίχως αντίκρισμα.

Ράις και Φριντέτ δεν έχουν ούτε την έκρηξη ούτε το γερό πάτημα ώστε να τελειώσουν μετά από επαφή.

Στα συν είναι η διαρκής άνοδος του Γιώργου Παπαγιάννη, ο οποίος συνεχίζει να βελτιώνει τις αμυντικές του αντιδράσεις και τις θέσεις του στο ριμπάουντ, παρότι δεν έχει φτάσει ακόμη στο επίπεδο να αποτελεί την ιδανική επιλογή για τη θέση 5 σε crunch time, εκεί όπου τα γρήγορα πόδια, οι ανάσες και η συγκέντρωση συνιστούν το ιερό δισκοπότηρο της επιτυχίας.

Φαίνεται από τα τελευταία παιχνίδια πως είναι ξεκάθαρα στο χέρι του το αν θα συνεχίσει τη βελτίωση και το αν θα κυριαρχεί για χρόνια στα ευρωπαϊκά παρκέ. Κι ενώ ο Ράουτινς συνεχίζει να αποτελεί non factor και να εγείρει πολλά ερωτηματικά όσον αφορά την επιλογή του ως προσθήκη στο ρόστερ (σόρυ coach, αλλά αν ο Παναθηναϊκός είναι «φινετσάτη» ομάδα, είναι λίγο περίεργο να προσθέτεις έναν Καναδό καθαρό sniper με σχεδόν μισό χρόνο αποχής από επίσημους αγώνες) ο Μπεν Μπέντιλ δείχνει να αναβαθμίζει το status του εντός ομάδας και πως πρόκειται για ένα πολύτιμο 3&D στέλεχος (τύπος παίκτη που κάθε ομάδα θέλει να έχει στο ρόστερ της στο μπάσκετ του 2020) ακόμη και για το μέλλον.

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter

Αφήστε μια απάντηση