Και οι 7 ήταν υπέροχοι ( ; )

Ο Δημήτρης Κουσουντίδης αναλύει τα ρόστερ της τελευταίας επταετίας του Παναθηναϊκού, καταλήγοντας σε αυτό που έφτασε πιο κοντά στο Final Four.

Ο εγκλεισμός στο σπίτι, η απραξία και το ανενεργό status της μπασκετικής κοινότητας ανά την υφήλιο λόγω κορονοϊού έχει στρέψει τον φίλαθλο κόσμο στο retro και την παρελθοντολογία. Παρακολούθηση παλιών μεγάλων αγώνων, μπασκετοκουβέντες και διαξιφισμοί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σχετικά με τους σταρ του παρελθόντος, αναρτήσεις φωτογραφικού και οπτικοακουστικού υλικού από το «αρχείο», είναι μερικά από τα παραδείγματα. Αντιλαμβανόμενοι την συγκεκριμένη τάση, σήμερα στο pickngreen θα ταξιδέψουμε στο παρελθόν κάνοντας 7 flashbacks για κάθε μία σεζόν της νέας εποχής του Παναθηναϊκού (η σεζόν 19-20 θεωρείται ως μη γενόμενη), η οποία σηματοδοτήθηκε από την ανάληψη της διοικητικής ηγεσίας από τον Δημήτρη Γιαννακόπουλο και τη φυγή του μεγάλου Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς. Θα θυμηθούμε διαδικασίες στελέχωσης μιας και έρχεται καλοκαίρι, θα παρατεθούν σχόλια και στατιστικά στοιχεία, τα οποία αντλήθηκαν από τις πλατφόρμες των overbasket.com και realgm.com, και στο τέλος θα καταλήξουμε στο ποια ομάδα είχε τα περισσότερα εχέγγυα για υπέρβαση, τη μεγαλύτερη δυναμική. Ποια ομάδα, με λίγα λόγια, από τις 7, παρά την αποτυχία της, έφτασε πιο κοντά από όλες στην πηγή του F4.

1) Σεζόν: 2012-13

    (Διαμαντίδης, Ούκιτς, Ματσιούλις, Γκιστ, Λάσμε / 6ος: Μπράμος)

Ξεκίνημα με το καλοκαίρι του 2012. Μπορεί να πέρασαν περίπου 8 χρόνια, όμως τα συναισθήματα των πράσινων φιλάθλων ήταν τόσο έντονα, που άπαντες θυμούνται εκείνη την περίοδο σαν χθες. Οι πληγές, που άφησαν ο καταραμένος ημιτελικός του F4 και το χαμένο πρωτάθλημα από τον αιώνιο αντίπαλο ήταν ανεπανόρθωτες. Ο κύκλος είχε κλείσει. Ο Βασιλιάς δεν θα καθόταν από τη νέα σεζόν στο θρόνο του και η διάδοχη κατάσταση και για τον πάγκο αλλά και για τους στόχους και την οικονομική πολιτική της ομάδας θα έπρεπε να επιβληθεί από το νέο διοικητικό ηγέτη, τον Δημήτρη Γιαννακόπουλο.

Τα κλειδιά εν τέλει δίνονται στον Αργύρη Πεδουλάκη, ο οποίος θα επέστρεφε σαν προπονητής πλέον, με το προηγούμενο ρόστερ, βέβαια να βρίσκεται σε διαδικασία αποσύνθεσης. Μοναδικό ενεργό συμβόλαιο παραμένει αυτό του αρχηγού Δημήτρη Διαμαντίδη, ενώ και ο Κώστας Τσαρτσαρής πείθεται να μην αποσυρθεί από την ενεργό δράση, παίρνοντας παράταση ενός έτους, έτσι ώστε να αποτελέσει έναν ακόμα κρίκο της αλυσίδας που θα ενώνει την παλιά με τη νέα εποχή. Το 2ο μεγάλο συμβόλαιο (περίπου 800Κ δολάρια) στην περιφέρεια δίνεται σε έναν combo guard, που αρέσκεται στο run n gun παιχνίδι, τον Ρόκο Λένι Ούκιτς, ενώ ο Περιστεριώτης τεχνικός είναι διατεθειμένος να περιμένει τον Στεφάν Λάσμε μέχρι τέλη Σεπτεμβρίου για τη θέση του tweener στη frontline δίπλα στους Άντι Πάνκο, Σοφοκλή Σχορτσιανίτη, Χίλτον Άρμστρονγκ και Κώστα Τσαρτσαρή, με εναλλακτικές σε περίπτωση που ναυαγούσε η υπόθεση του Γκαμπονεζου, τους πρώην παίκτες του Άρη Τζερεμάια Μάσεϋ και Μάικ Γουίλκινσον.

Ο coach Πεδουλάκης επιθυμεί σε πρώτο βαθμό να ματσάρει την ενέργεια, που έφερνε ο Ολυμπιακός στο παρκέ κυρίως με τους Λο, Παπανικολάου, Χάινς, Ντόρσεϋ και καταφέρνει τελικά να στήσει ένα σύνολο-απόρθητο κάστρο. Διαμαντίδης, Ούκιτς, που συνέθεταν το πιο ψηλό δίδυμο backcourt στη διοργάνωση, ο ταύρος Ματσιούλις, και η frontline με Γκιστ (κλειδί στη σεζόν η ανταλλαγή Πάνκο-Γκιστ), Λάσμε, οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα να κρύψουν τον ήλιο και στις δύο ζώνες άμυνας, αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά της πράσινης αμυντικής μηχανής, που προσέφερε μία πολύ άσχημη και αξέχαστη εμπειρία σε κάθε αντίπαλο. Το Τριφύλλι έκλεισε τη διοργάνωση 3ο σε Defensive Rating με 102.3 πόντους ανά 100 κατοχές, οι αντίπαλοί του σούταραν με το άσχημο 31.9% από την περίμετρο, ενώ στο πρόσωπο του Στεφάν Λάσμε (καλύτερος αμυντικός της EL για τη σεζόν 12-13) βρήκε έναν δεύτερο playmaker στα μετόπισθεν (μετά τον ΔΔ), ο οποίος μαζί με τον Γκιστ, προσέφεραν (10.5 ριμπαόυντ, 2.7 μπλοκ και 1.0 κλέψιμο).

Επιθετικά ο Αργύρης Πεδουλάκης στηρίχθηκε στο playmaking του κορυφαίου guard στο μισό γήπεδο (οι πράσινοι έτρεχαν σε ρυθμό 67.8 κατοχών – 21οι από τις 24 ομάδες της διοργάνωσης) και στο slashing του Ρόκο Ούκιτς, ενώ ακούμπησε αρκετά τη μπάλα στο ζωγραφιστό για τους Σοφοκλή (του οποίου όμως ο χρόνος συμμετοχής μειωνόταν σταδιακά σε βάθος σεζόν) και Ματσιούλις. Παίκτη-κλειδί αποτέλεσε και ο Μάικ Μπράμος, ο οποίος ως σουτέρ θέσης από τα πλάγια δημιούργησε σωστό spacing για τις pnr δράσεις (το διπλό στην Καντού με τον Μπράμο πρωταγωνιστή άλλαξε τη μοίρα εκείνης της ομάδας).

Γενικότερα, πιστεύω πως η συγκεκριμένη ομάδα σε συνάρτηση προσδοκιών και διαθέσιμου χρήματος αποτελεί την κορυφαία αμυντική δουλειά, που έχουμε δει στη σύγχρονη εποχή του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Με έναν guard στο στυλ του ΜακΙντάιρ ή του ΜακΚάλεμπ, που θα μπορούσε να σπρώξει στο ανοιχτό γήπεδο κεφαλαιοποιώντας της εξαιρετική δουλειά στα μετόπισθεν (ο 33χρονος τότε Κάρι δεν ήταν τέτοιος, ενώ ο Μάρκους Μπανκς πέραν κάποιων εκλάμψεων δεν κατάφερε να προσαρμοστεί ποτέ), θα μιλούσαμε για μια βελτιωμένη έκδοση της Σιένα των Πιανιτζάνι-Μπάνκι. Από την άλλη μεριά η σειρά με τη Μπαρτσελόνα, κατέδειξε με τον πιο οδυνηρό τρόπο πως η απώλεια του Στράτου Περπέρογλου εκείνο το καλοκαίρι ήταν τραγική. Ο Έλληνας forward θα αναβάθμιζε την επίθεση μισού γηπέδου των πρασίνων με την ευχέρειά του στο μακρινό σουτ και την ικανότητά του να επιτεθεί στα κενά και στα closeouts. Αν έστω είχε παραμείνει ο Καπόνο μέχρι τέλους, τώρα να μιλούσαμε σε διαφορετική βάση.

2) Σεζόν: 2013-14

    (Διαμαντίδης, Μπράμος, Ματσιούλις, Γκιστ, Λάσμε / 6ος: Φώτσης)

Η σεζόν 2012-13 λήγει με ονειρικό τρόπο. Ο Παναθηναϊκός βρέθηκε μία νίκη μακριά από το F4, όμως στη συνέχεια σκούπισε στους τελικούς του πρωταθλήματος τον ισχυρό και πρωταθλητή Ευρώπης Ολυμπιακό του Γιώργου Μπαρτζώκα. Ξαφνικά οι προσδοκίες, όπως είναι λογικό, ανεβαίνουν αρκετά επίπεδα.

Ο Αργύρης Πεδουλάκης έχοντας ακόμη νωπές τις μνήμες από την αδυναμία διάσπασης της παθητικής άμυνας της Μπαρτσελόνα και το 1/16 τρίποντα στα πρώτα 33 λεπτά του 4ου παιχνιδιού, αποκτά ένα elite stretch-4, με την τρίτη και τελευταία επιστροφή του Αντώνη Φώτση στην Ελλάδα, ενώ αντικαθιστά το post παιχνίδι του Σοφοκλή με αυτό του Λουκά Μαυροκεφαλίδη, ο οποίος μπορεί να ήταν λιγότερο κυριαρχικός πάνω στο παρκέ, όμως έφερε και μεγαλύτερο επιθετικό ρεπερτόριο. Την πρώτη λάθος κίνηση αποτέλεσε η επιστροφή του Μάικ Μπατίστ ως back up του Λάσμε. Ο Αμερικανός θρύλος είχε αφήσει τα prime χρόνια του πολύ πίσω, ενώ ο Σιμόνε Πιανιτζάνι την αμέσως προηγούμενη σεζόν στη Φενέρ, τον έβγαζε εκτός ρακέτας για να απειλεί με σουτ μέσης και μακρινής απόστασης. Δεύτερο λάθος αποτέλεσε η μη απόκτηση καθαρού PG, ο οποίος θα αποφόρτιζε σημαντικά τον Δημήτρη Διαμαντίδη στην οργάνωση του παιχνιδιού της ομάδας. Ο αρχηγός στα 34 του δεν θα μπορούσε πλέον να κάνει τα πάντα στο παρκέ, ο Ραμέλ Κάρι επίσης 34 ετών δεν θα μπορούσε να παρουσιαστεί τόσο efficient όσο παρουσιάστηκε στα ελληνικά playoffs του 2013, ο Νίκος Παππάς βρίσκεται σε χρονιά προσαρμογής στο κορυφαίο ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ το τελειωτικό χτύπημα ήρθε με τον άσχημο τραυματισμό του Ούκιτς στο Ευρωμπάσκετ της Σλοβενίας.

Με περισσότερο star quality μεν σε σύγκριση με την πρώτη του χρονιά με την έλλειψη αθλητικότητας δε στην περιφέρεια να τον πληγώνει, ο Αργύρης Πεδουλάκης παρουσιάζει ένα σύνολο χειρότερο και στις δύο μεριές του παρκέ. Ο Παναθηναϊκός τρυπιέται εύκολα στην πρώτη ζώνη άμυνας, ενώ στην πίσω ζώνη ο Λάσμε δεν θα ήταν ποτέ το ίδιο dominant με την DPOY προηγούμενη σεζόν του (από 1.86 bpg και 6.14rpg σε 1.00 και 4.75 αντίστοιχα). Το ποσοστό των αντιπάλων από την περίμετρο έχει αυξηθεί από 31.9% σε 36.2%. Παράλληλα, τεράστια είναι και η πτώση στην απόδοση του Μάικ Μπράμος, ενώ με τον Λουκά Μαυροκεφαλίδη να μην χαίρει της εμπιστοσύνης του προπονητή (προφανώς λόγω του soft χαρακτήρα του στην άμυνα), οι πράσινοι και δεν έχουν σωστές αποστάσεις στην επίθεσή τους και δεν έχουν ψηλό για να ακουμπήσουν τη μπάλα στο ζωγραφιστό και ως αποτέλεσμα δυσκολεύονται σε υπερβολικό βαθμό στο επιθετικό μισό. Από τις ομάδες που προκρίθηκαν εν τέλει στην post season ο Παναθηναϊκός είναι 1ος σε TOV% με 16.7 κατοχές από ενδεχόμενες 100 να καταλήγουν σε λάθος, ενώ είναι η 2η χειρότερη shooting team με 44.9 TS%.

Η πρόκριση στο TOP16 θα έρθει με το οριακό 5-5, ενώ ο Αργύρης Πεδουλάκης θα απολυθεί μετά από μία άσχημη ήττα από την πολύ μέτρια εκείνη τη χρονιά Λαμποράλ. Η ανάληψη της τεχνικής ηγεσίας από το ιερό τοτέμ του συλλόγου, Φραγκίσκου Αλβέρτη, καθώς και η απόκτηση του Ζακ Ράιτ έδωσε μια μικρή, βραχυπρόθεσμη ώθηση, όμως ούτε ο Αλβέρτης διέθετε την απαραίτητη προπονητική εμπειρία για να οδηγήσει τον Παναθηναϊκό στην υπέρβαση ούτε ο Ράιτ ήταν ο guard που θα ανέβαζε επίπεδο τη backcourt του Τριφυλλιού. Οι πράσινοι αποκλείστηκαν από την ΤΣΣΚΑ πιο εύκολα απ’ ό,τι δείχνει το 3-2 της σειράς (στο 5ος ματς σκόραραν μόλις 44 πόντους, ενώ ηττήθηκαν στα παιχνίδια 2 και 5 με μέση διαφορά 28.0 πόντων).

3) Σεζόν: 2014-15

    (Διαμαντίδης, Σλότερ, Γιάνκοβιτς, Γκιστ, Μπατίστα / 6ος: Φώτσης)

Ο πυρήνας για ένα σωστά δομημένο σύνολο είναι εκεί και το front office των πρασίνων το μόνο που έχει να κάνει είναι να «διαβάσει» τις ανάγκες του συγκεκριμένου πυρήνα, να μην κάνει δηλαδή το ίδιο λάθος με το προηγούμενο καλοκαίρι, έτσι ώστε να πραγματοποιηθεί το πολυπόθητο επόμενο βήμα.

Και ξαφνικά… opt out στα συμβόλαια των Γιόνας Ματσιούλις και Στεφάν Λάσμε. Η συγκεκριμένη είδηση είχε σκάσει σαν βόμβα τον Ιούνιο του 2014, με τη διοίκηση της ομάδας να θεωρεί, προφανώς λανθασμένα, πως οι δύο αθλητές ήταν πλέον «καμένοι», πως η απόδοσή τους είχε δηλαδή πιάσει προ πολλού peak στον Παναθηναϊκό και ότι θα μπορούσαν να αντικατασταθούν με λιγότερα χρήματα από όσα προβλέπονταν στις οψιόν των συμβολαίων τους. Η διοίκηση στρέφεται σε εκ νέου μείωση μπάτζετ, καθώς και στην επένδυση σε νεαρούς αθλητές, οι οποίοι ιδανικά θα αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά της ομάδας για τα επόμενα πολλά χρόνια. Στο worst case scenario, εκ του αποτελέσματος θα είχαμε μία τρύπα στο νερό και μία από τις τελευταίες χρονιές του Δημήτρη Διαμαντίδη στην ενεργό δράση θα είχε χαραμιστεί δίχως αντίκρισμα. Όλοι θυμόμαστε τι συνέβη τελικά… 

Μποχωρίδης, Παπαγιάννης, Χαραλαμπόπουλος, Κόνιαρης, Διαμαντάκος συνέθεσαν τη διαδικασία παιδομαζώματος που πραγματοποιήθηκε εκείνο το καλοκαίρι, ενώ ήδη υπήρχαν και οι Παππάς, Γιάνκοβιτς, στους οποίους αναμενόταν να δοθούν πολλές ευκαιρίες (η παρουσία αυτών των δύο αποτέλεσε θεωρητικά το μοναδικό κέρδος εκείνης της σεζόν). Το χρίσμα για τη θέση  του προπονητή-παιδαγωγού δίνεται στον έμπειρο Ντούσκο Ιβάνοβιτς, εκπρόσωπο της κορυφαίας Γιουγκοσλαβικής σχολής προπονητών, γνωστό για τη μιλιταριστική του προσέγγιση στις προπονήσεις και στις σχέσεις μεταξύ αθλητή-προπονητή και ειδικό στη βελτίωση και ανάδειξη νεαρών παικτών. Μοναδική εξαίρεση σχετικά με το ύψος του μπάτζετ αποτελούσε η υπόθεση Νικ Καλάθη, με τις διαπραγματεύσεις βέβαια να μην φέρνουν τις δύο πλευρές εν τέλει σε συμφωνία. Ο coach Ιβάνοβιτς αποφασίζει να πλαισιώσει το ελληνικό δίδυμο Διαμαντίδη-Παππά με τους Έι Τζέι Σλότερ και ΝτεΜάρκους Νέλσον. Έναν streaky περιφερειακό εκτελεστή είτε από θέση είτε μετά από ντρίμπλα, ο οποίος πατούσε από σπάνια έως ποτέ το ζωγραφιστό κι έναν quarterback pg (στα πρότυπα του Νικ Καλάθη, αλλά με πολύ λιγότερη ποιότητα προφανώς) με εμπειρία από των ανώτερο ευρωπαϊκό επίπεδο. {Παρεμπιπτόντως, το ίδιο καλοκαίρι ο 20χρονος Βασίλιε Μίσιτς και ο 22χρονος Λέο Βέστερμαν ψάχνονται έντονα για τον επόμενο σταθμό της καριέρας τους και αποτελούσαν αθλητές, οι οποίοι πληρούσαν τα ηλικιακά και ποιοτικά κριτήρια για να ασχοληθεί εκείνη την περίοδο ο Παναθηναϊκός μαζί τους. Τελικά καταλήγουν σε Μπάγερν και Λιμόζ αντίστοιχα… and the rest is history.} Παράλληλα, επιλέγεται ο Εστεμπάν Μπατίστα, ένας old school ποιοτικός ψηλός με εξαιρετικό footwork στο ζωγραφιστό, αλλά μεγάλη αδυναμία στην άμυνα pnr. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο ο Μπατίστα δεν πλαισιώνεται από κάποιον mobile undersized ψηλό, παρόλο που τελικά υπήρχε διαθέσιμο μπάτζετ, αφού μέσα στη χρονιά ήρθαν ως μπαλώματα στη θέση οι Τζούλιαν Ράιτ και Γκάνι Λαουάλ.

Η συγκεκριμένη έκδοση του Παναθηναϊκού αποτέλεσε αναμφίβολα το πιο limited ποιοτικά σύνολο στα 7 χρόνια της νέας εποχής. Το ξεκίνημά της βέβαια ήταν εκρηκτικό, τουλάχιστον για όσο ο αρχηγός διατηρούσε καύσιμα στο ρεζερβουάρ, έτσι ώστε να δημιουργεί καταστάσεις απ’ το κεντρικό pick n roll, όπως συνήθιζε, είτε για τον screener είτε για την αδύναμη πλευρά (5.9/1.9 αναλογία ασίστ/λαθών). Αποκάλυψη αποτέλεσε αναμφίβολα ο Νίκος Παππάς, ο οποίος έκανε εξαιρετική χρονιά κουβαλώντας στο σκοράρισμα με 10.3 πόντους ανά αγώνα και πραγματοποίησε παιχνίδια καριέρας απέναντι στην ελίτ της Ευρώπης. Ο Φώτσης στην τελευταία prime σεζόν της καριέρας του σουτάρει με 50.6% τρίποντο και μαζεύει 4.1rpg, ενώ και ο Βλαδίμηρος Γιάνκοβιτς αφήνει αρκετές υποσχέσεις σε ρόλο δημιουργού/εκτελεστή από τα πλάγια. Δεύτερος συνεχόμενος εύκολος αποκλεισμός από την ΤΣΣΚΑ του Δημήτρη Ιτούδη.

4) Σεζόν: 2015-16

    (Καλάθης, Φελντέιν, Πάβλοβιτς, Γκιστ, Ραντούλιτσα / 6ος: Διαμαντίδης)

Το μη ανταγωνιστικό πρόσωπο, που έδειξε ο Παναθηναϊκός απέναντι στην ΤΣΣΚΑ και η σκούπα από τους ερυθρόλευκους στους τελικούς της Α1, αναγκάζουν σε εγκατάλειψη του πλάνου ελληνοποίησης και ανάδειξης νεαρών αθλητών (η τρύπα στο νερό που αναφέραμε παραπάνω) και συνεπώς σε αύξηση του αγωνιστικού μπάτζετ. Με τον Ντούσκο Ιβάνοβιτς να μην ολοκληρώνει τη σεζόν στον πάγκο του Τριφυλλιού και να μην υπάρχει διάθεση να δοθεί ευκαιρία σε κάποιον από την τριάδα των Μανωλόπουλου, Πρίφτη, Λυκογιάννη, οι οποίοι καθοδήγησαν τους πράσινους στα ελληνικά playoffs, η ανάγκη για εύρεση ενός προπονητή, που στο άκουσμα του ονόματός του οι φίλαθλοι θα συσπειρώνονταν, ήταν δεδομένη. Το όνομα του Αλεξάνταρ Τζόρτζεβιτς ήταν δίχως αμφιβολία ένα τέτοιο. Τεράστια προσωπικότητα του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Ίσως ο κορυφαίος Ευρωπαίος pg τη δεκαετία του 90’, ενώ αποτελούσε και εκλέκτορα στην εξαιρετική εθνική Σερβίας, η οποία κυριαρχεί στα παρκέ της FIBA από το 2014 μέχρι σήμερα. Μετά από μία παύση ενός έτους, οι προσδοκίες γνωρίζουν αυξητικές τάσεις.

Από τις αρχές της περασμένης, πλέον, δεκαετίας το ευρωπαϊκό μπάσκετ εισέρχεται σε ένα μεταβατικό στάδιο, του οποίου κύριοι εκπρόσωποι υπήρξαν οι undersized centers, μέχρι να φτάσουμε στο σήμερα, όπου ένα κομμάτι της κανονικότητας έχει επανέλθει, με τους προπονητές σε παγκόσμια κλίμακα να αναζητούν και γρήγορα πόδια αλλά και μέγεθος στη ρακέτα τους. Ο Σάσα Τζόρτζεβιτς διαπνεόμενος από εξτρεμιστικές τάσεις πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα των γρήγορων, ευκίνητων ψηλών και κλείνει την θέση 5 με τους «δεινόσαυρους» Ραντούλιτσα, Κούζμιτς, Παπαγιάννη, συν τον Τζέιμς Γκιστ, ο οποίος από την προηγούμενη χρονιά είχε αρχίσει να λειτουργεί για κάποια λεπτά ως center. Μία απόφαση, που λογικά τη μετάνιωσε σε βάθος σεζόν, καθώς στη μέση της χρονιάς αποκτήθηκε ο νεαρός τότε Βινς Χάντερ, ο οποίος όμως δεν κατάφερε να ανεβάσει το επίπεδο της πράσινης frontline. Ο Μίρο Ραντούλιτσα ήταν η αιχμή του δόρατος της πράσινης επίθεσης και με 15.5 πόντους per25m θα λέγαμε πως ‘έβγαλε τα λεφτά του’. Η δεδομένη αδυναμία του, βέβαια, στα μετόπισθεν δεν υπαγόρευε σε καμία περίπτωση τον Όγκνιεν Κούζμιτς ως ιδανικό του συμπλήρωμα. Με τις συζητήσεις με Λάσμε και Τάιους να μην καρποφορούν, ο Σέρβος ψηλός καλούνταν να κάνει στο παρκέ αυτά που δε μπορούσε ο συμπατριώτης του. Δηλαδή να αμυνθεί στο αντίπαλο pnr και να προστατέψει τη στεφάνη. Πράγματα που και για τον ίδιο τον Κούζμιτς ήταν πέρα των δυνατοτήτων του (αρκετά τίμιος ψηλός πάντως και θα ήταν ιδανικό συμπλήρωμα τις χρονιές του Λάσμε ή κατά τη θητεία Πασκουάλ, όπου η έλλειψη ύψους/μεγέθους κόστισε στους πράσινους).

Όλα τα φώτα, βέβαια, έπεσαν πάνω στο Νικ Καλάθη και την επιστροφή του στην Αθήνα μετά το πέρασμά του από Κουμπάν και Μέμφις, με τις διαπραγματεύσεις αυτή τη φορά να έχουν αίσιο τέλος. Στην τελευταία χρονιά του Δημήτρη Διαμαντίδη αποκτάται ο παίκτης, ο οποίος θα απορροφήσει μεγάλο μέρος πίεσης, προσφέροντας του πολύτιμα λεπτά ξεκούρασης στον πάγκο. Η έλευση ενός τέτοιου παίκτη, βέβαια, άργησε 2-3 χρόνια και στέρησε από τους πράσινους ένα κομμάτι ποιότητας και αποτελεσματικότητας από το παιχνίδι του μεγάλου ηγέτη τους. Παράλληλα, ο Σέρβος coach φέρνει τον Δομινικανό Τζέιμς Φελντέιν, έναν καθαρόαιμο σουτέρ χωρίς εμπειρία από EL, για τη θέση 2, και δένει το δίδυμο Πάβλοβιτς-Γιάνκοβιτς στους SF, το οποίο ναι μεν έφερνε ποιότητα και επιθετικό πλουραλισμό, όμως σε όρους αθλητικότητας ήταν αρκετά κάτω από το μέσο όρο.

Η παρουσία του Νικ Καλάθη στο κεφάλι αναβαθμίζει το ποιοτικό status της πράσινης άμυνας (3ος σε Drat ο Παναθηναϊκός πίσω από Λαμποράλ και Λοκομοτίβ Κουμπάν), όμως η αδυναμία του Τριφυλλιού να ανεβάσει ψηλά τα 5άρια του και να δώσει στοπ στο ζωγραφιστό (μόλις 6.2% των κατοχών του αντιπάλου κατέληγαν σε τάπα) του στοιχίζουν νίκες μακριά από το πέπλο προστασίας, με το οποίο ντύνεται η ομάδα στο ΟΑΚΑ και η αμφισβήτηση στο πρόσωπο του Τζόρτζεβιτς, με αφορμή τη στελέχωση, ξεκινάει νωρίς. Επιθετικά, με Πάβλοβιτς (αδικήθηκε από το χρόνο συμμετοχής του ο Βλάντο Γιάνκοβιτς, ο οποίος σε περίπου 14 λεπτά εκτελούσε με 40% τρίποντο και 63.3% δίποντο και γενικότερα η ομάδα παρουσίαζε πολύ καλύτερη ροή με αυτόν στο παρκέ) και Γκιστ στις θέσεις των forwards δεν υπάρχουν σωστές αποστάσεις, όμως η παρουσία του Μίροσλαβ Ραντούλιτσα στο ποστ αποτελεί δικλείδα ασφαλείας. Οι πράσινοι αγωνίζονται το πρώτο διάστημα με λειψανδρία στα guards, καθώς ο Νίκος Παππάς αφενός δεν ήταν στον κατάλληλο βαθμό ετοιμότητας μετά τον άσχημο τραυματισμό του στα ελληνικά playoffs της προηγούμενης σεζόν και αφετέρου λίγες μέρες αφού το ιατρικό τιμ δώσει το ΟΚ, ο Σέρβος προπονητής τον θέτει εκτός ομάδας. Αναγκασμένος να βγει στην αγορά για απόκτηση guard, ο Τζόρτζεβιτς φέρνει τον ταλαντούχο Αμερικανό G/F Έλιοτ Γουίλιαμς από την αναπτυξιακή λίγκα, καθώς και τον Μαρκίς Χέινς πληρώνοντας παρακαλώ και ένα σεβαστό buyout στην Σάσαρι. Ο Χέινς δεν θα καταφέρει να δώσει το κάτι παραπάνω, ενώ ο Γουίλιαμς παρά το τρομερό boost που προσέφερε σε αρχικό στάδιο με τα αθλητικά του προσόντα και το 1on1 παιχνίδι του, δεν θα καταφέρει να ανταπεξέλθει στη συνέχεια στις προσαρμοσμένες πάνω του άμυνες και η συνύπαρξη δύο ball dominant παικτών με όμοια αδυναμία στη μακρινή εκτέλεση (Καλάθης-Γουίλιαμς) δεν αποτελούσε ευνοϊκή συνθήκη για την παραγωγή στο μισό γήπεδο. Τα παιχνίδια της post season απέναντι στη Λαμποράλ θα λειτουργήσουν ως ένα σκληρό κι οδυνηρό reality check για τον Αλεξάνταρ Τζόρτζεβιτς. Πολύτιμα στοιχεία ο όγκος και το ύψος, όμως το σύγχρονο μπάσκετ βασίζεται στην ταχυδύναμη και την έκρηξη. Η εκπληκτική ομάδα του Βέλιμιρ Περάσοβιτς είναι πιο γρήγορη, πιο δυνατή, πιο αλτική και μοιάζει ως αντρική ομάδα απέναντι σε μία ομάδα εφήβων. Το dynamic basketball με τα συνεχή κοψίματα γύρω από τους κύριους δημιουργικούς πυλώνες Άνταμς-Μπουρούση σε συνδυασμό με την πληθωρική παρουσία του Μάικ Τζέιμς είναι too much για εκείνον τον Παναθηναϊκό. Οι πράσινοι σουτάρουν άθλια (23.5% τρίποντο στη σειρά, 0/9 3π ο Καλάθης στα 3 παιχνίδια) και ο μόνος που στέκεται στο ύψος του είναι ο  Διαμαντίδης (13.7 αξιολόγηση, 4.7 ασίστ για 1.7 λάθη και 8.3 πόντους), ο οποίος στα 36 του δεν έχει τη δυνατότητα να φέρει τον κόσμο ανάποδα…

5) Σεζόν: 2016-17

    (Καλάθης, Τζέιμς, Ρίβερς, Σίνγκλετον, Γκιστ / 6ος: Φελντέιν)

Οι τελικοί του Σπανούλη σοκάρουν εκ νέου τον Παναθηναϊκό και αφήνουν καμένη γη πίσω τους. Η ομάδα με τον Αργύρη Πεδουλάκη και πάλι στο τιμόνι προχωρά σε νέο rebuild και σχεδιάζει το μέλλον με την απουσία πλέον του πιο ολοκληρωμένου guard των ευρωπαϊκών γηπέδων να αφήνει κενό συγκρίσιμο με αυτό που άφησε ο Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς μετά τη φυγή του το 2012. Ήταν δεδομένο εξ αρχής της off season, πως ο Περιστεριώτης τεχνικός αντιλαμβανόμενος τις νέες τάσεις του σύγχρονου μπάσκετ και τον αυξανόμενο βαθμό δυσκολίας στη διοργάνωση λόγω του ανανεωμένου format, θα έριχνε μεγάλο βάρος στις ενέσεις αθλητικότητας και versatility που χρειαζόταν το ρόστερ του. Πρώτη επιλογή στη συγκεκριμένη κατεύθυνση αποτέλεσε ο F/C Κρις Σίνγκλετον, τον οποίον είχε αναδείξει ο Γιώργος Μπαρτζώκας στην Κουμπάν. Παράλληλα, αποκτώνται από τη Λαμποράλ ο Μάικ Τζέιμς, ως ο έτερος χειριστής, που θα δημιουργεί καταστάσεις από την περιφέρεια, και ο Γιάννης Μπουρούσης, ο οποίος την προηγούμενη χρονιά έχει κάνει την κορυφαία σεζόν της καριέρας του και ντύνεται στα πράσινα για να ανοίξει τους χώρους για τους Καλάθη, Τζέιμς, αλλά και να αποτελέσει έξτρα πηγή δημιουργίας από το low και το high post. Το σίριαλ «Κλαβέρ» έχει άδοξο τέλος και ο Αργύρης Πεδουλάκης, μάλλον τυχερός στην ατυχία του, υπογράφει τον Κ.Σ. Ρίβερς, ο οποίος τελικά έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην πορεία του Παναθηναϊκού (42.6% τρίποντο εκτελώντας μακράν τα περισσότερα στην ομάδα, 3ος σε TS% με 58.7% πίσω από Τζέιμς και Σίνγκλετον) και αγαπήθηκε από το σύνολο των φιλάθλων, συν τον βετεράνο Νίκολς ως έναν τίμιο glue guy στις θέσεις των forwards.

Ενώ ο Παναθηναϊκός ξεκινά τη σεζόν με τις καλύτερες των προϋποθέσεων και με μία θεωρητικά ορθολογική στελέχωση, το πράγμα στραβώνει από πολύ νωρίς. Έντονο επεισόδιο ανάμεσα σε Μάικ Τζέιμς και Πεδουλάκη με τον Αμερικανό guard να ξεσπά σε μία τζαμαρία κι ευτυχώς να γλυτώνει τα χειρότερα και συντριβή από τον Ολυμπιακό στο ΣΕΦ για την Α1. Ο ιδιοκτήτης απολύει τον Αργύρη Πεδουλάκη, με το σκεπτικό πως ο Έλληνας coach δεν θα μπορούσε να διαχειριστεί το ρόστερ το οποίο ο ίδιος δημιούργησε και στη θέση του φέρνει τον Τσάβι Πασκουάλ, στην πρώτη δουλειά του Καταλανού τεχνικού εκτός Βαρκελώνης.

Οι υποχρεώσεις τρέχουν και η Euroleague δεν αφήνει περιθώρια για χρονοτριβή. Ο Τσάβι Πασκουάλ πετυχαίνει σημαντικές νίκες και η ομάδα ανακτά ψυχολογία και ρυθμό, μέχρι που ο Τζέιμς Γκιστ τραυματίζεται στον εκτός έδρας αγώνα με τη Ρεάλ Μαδρίτης και μετά την επιστροφή του δεν θα είναι ποτέ ο γνωστός Γκιστ, τουλάχιστον στον αμυντικό τομέα. Στη θέση του αποκτάται άλλος ένα stretch-4 δίπλα στους Σίνγκλετον, Φώτση με τη λογική του «όσο πιο πολύ ανοίξεις το γήπεδο για τους Καλάθη, Τζέιμς τόσο το καλύτερο». Ο Καταλανός coach, λοιπόν, έχοντας στη διάθεσή του ικανούς spacers, όμως χωρίς τον καλό screener Γκιστ, ακουμπάει στην προσωπική φάση κυρίως των Καλάθη, Τζέιμς, Ρίβερς και Μπουρούση από το χαμηλό post και κατά συνέπεια σε μία low mistake προσέγγιση (τα λιγότερα λάθη στη διοργάνωση με 10.9). Η συγκεκριμένη κατεύθυνση έχει ξεκάθαρα αρνητικές συνέπειες στο παιχνίδι του Νικ Καλάθη, ο οποίος, χωρίς την ύπαρξη ενός pnr ψηλού, πραγματοποιεί μάλλον τη χειρότερη χρονιά του με τη φανέλα του Παναθηναϊκού (τελευταίος σε TS% με 44.6%, προτελευταίος σε 3p% με 24.5%). Ο Γιάννης Μπουρούσης, επιπλέον, στην στατική και δίχως συνεχή ροή και κοψίματα επίθεση των πρασίνων δεν είναι σε καμία περίπτωση ο Μπουρούσης της Λαμποράλ και αυτό του στοιχίζει στην ψυχολογία του. Παρόλ’ αυτά η επιθετικότητα του Τζέιμς απέναντι στο αντίπαλο καλάθι και το two way παιχνίδι του Κρις Σίνγκλετον (1ος σε TS% με 63.6%, 1ος σε 3p% με 44.9%, 1ος ριμπάουντερ με 5.9 συν άπειρα deflections) διατηρούν το Τριφύλλι στα υψηλά στρώματα της διοργάνωσης.

Δεδομένα υπήρχε τεράστιο πρόβλημα στη θέση 5 ακόμα και μετά την επιστροφή του Τζέιμς Γκιστ, όμως θεωρώ πως απέναντι σε οποιαδήποτε άλλη ομάδα και με πλεονέκτημα έδρας ο Παναθηναϊκός θα είχε πολύ καλύτερες πιθανότητες. Το δίδυμο Μπογκντάνοβιτς-Ούντο ήταν πραγματικά unguardable για οποιαδήποτε άμυνα στη Γηραιά ήπειρο, ενώ ο Νίκολα Κάλινιτς πετούσε βότσαλα στη θάλασσα. Το σύνολο του Ζοτς για τους μήνες Απρίλιο, Μάϊο, Ιούνιο παρουσίασε ίσως το πιο κυριαρχικό μπάσκετ, που έχουμε δει στη σύγχρονη ιστορία της Euroleague.

6) Σεζόν: 2017-18

    (Καλάθης, Τζέιμς, Ρίβερς, Σίνγκλετον, Γκιστ / 6ος: Λοτζέσκι)

Ο Τσάβι Πασκουάλ έφερε εις πέρας την αποστολή συσπείρωσης της ομάδας μετά τη σκούπα από τη μετέπειτα πρωταθλήτρια Ευρώπης Φενέρ και το θέμα με το πούλμαν. Έπειτα από ένα διετές σερί του αιώνιου αντιπάλου, το πρωτάθλημα επιστρέφει στο ΟΑΚΑ με πανηγυρικό τρόπο και ο σχεδιασμός του νέου συνόλου ξεκινάει. Το μονοετές συμβόλαιο του Μάικ Τζέιμς έχει λήξει με τον Αμερικανό να θέλει να δοκιμάσει την τύχη του στο ΝΒΑ, ενώ ο Κρις Σίνγκλετον τελικά παραμένει στην Αθήνα, παρά τις προτάσεις που έφτασαν γι’ αυτόν στα γραφεία της ΚΑΕ από τη Χίμκι του Γιώργου Μπαρτζώκα. Ο Τσάβι Πασκουάλ έχοντας δει πως ο πιο ακριβοπληρωμένος παίκτης είναι έξω απ’ τα νερά του όταν δεν έχει την κατοχή της μπάλας, αποφασίζει να συνθέσει το ιδανικό περιβάλλον για την ανάδειξη των δεξιοτήτων του. Γεμίζει το ρόστερ με ικανούς εκτελεστές από θέση, οι οποίοι θα ανοίξουν τους χώρους για το κεντρικό pnr και τις διεισδύσεις του Καλάθη. Λεκαβίτσιους, Ντένμον, Λοτζέσκι, ενώ υπήρχαν και από την προηγούμενη σεζόν οι Σίνγκλετον, Ρίβερς και Γκάμπριελ.

Και η σκέψη σε πρώτη φάση κρίνεται επιτυχημένη. Ο Καταλανός coach επενδύει σε μία επιθετική λειτουργία συνεχούς κίνησης και screens μακριά από τη μπάλα παράγοντας εξαιρετικές προϋποθέσεις εκτέλεσης για τους σουτέρ του και ο Παναθηναϊκός το πρώτο διάστημα αποδίδει εξαιρετικό μπάσκετ. Ο Καλάθης πραγματοποιεί την κορυφαία σεζόν του στα πράσινα, μία σεζόν MVP caliber ξεκάθαρα, και συνδέεται σε τρομερό βαθμό με τους συμπαίκτες του καθώς όσο πατάει παρκέ σερβίρει το 53.2% των εύστοχων προσπαθειών τους. Το πρόβλημα είναι πως κάθε δράση θα πρέπει να περνάει από τα χέρια του, αφού ο Παναθηναϊκός δεν διαθέτει άλλους παίκτες που θα δημιουργήσουν καταστάσεις, με τους Λοτζέσκι, Ρίβερς που θα μπορούσαν να προσφέρουν έστω και λίγο σε αυτόν τον τομέα να μην πραγματοποιούν σταθερή σεζόν εξ αιτίας τραυματισμών. Το συγκεκριμένο πρόβλημα (μαζί με την έλλειψη rim protector 5 φυσικά, ο Πέιν έδωσε ενέργεια αλλά δεν κατάφερε να κάνει τη διαφορά) έδειχνε να ταβανιάζει το Τριφύλλι κυρίως στα εκτός έδρας παιχνίδια.

Μέχρι την επιστροφή του «ασώτου», Μάικ Τζέιμς. Με έναν έξτρα δημιουργό/χειριστή, ο οποίος μάλιστα μπορεί να τρυπήσει κάθε άμυνα στην Ευρώπη, το παιχνίδι του Παναθηναϊκού λαμβάνει νέα διάσταση με στοιχεία κάθετης επίθεσης, τα οποία θα τον βοηθήσουν να φτάσει μέχρι την πρώτη 4άδα της regular season. Απέναντι στη Ρεάλ Μαδρίτης παρουσιάστηκε ο πιο ανταγωνιστικός Παναθηναϊκός, που έχουμε δει σε σειρά τα τελευταία 7 έτη. Κονιορτοποίηση στο game 1, ενώ τα υπόλοιπα παιχνίδια για το τελικό 1-3 κρίθηκαν στις λεπτομέρειες. Η εκνευριστική υπεροχή στα ριμπάουντ από τη Βασίλισσα (18-37 στο game 2) κατέδειξε με πολύ κυνικό τρόπο την απουσία ενός σημείου αναφοράς από τη ρακέτα και ενός… Ιωάννη Παπαπέτρου στα forwards. Ό,τι δεν έκανε ο Καλάθης τις προηγούμενες δύο σειρές, το κάνει απέναντι στη Ρεάλ κουβαλώντας με 16.8ppg, 7.3apg, 19.5pir εκτελώντας με 48.5% εντός πεδιάς, όμως και πάλι δεν ήταν αρκετό.

7) Σεζόν: 2018-19

    (Καλάθης, Κιλπάτρικ, Παπαπέτρου, Τόμας, Γκιστ / 6ος: Λάνγκφορντ)

Αμαρτωλό το καλοκαίρι του 2018. Και αυτό γιατί ειπώθηκαν πράγματα από διάφορες πλευρές, για τα οποία δεν θα μάθουμε μάλλον ποτέ αν όντως είχαν υπόσταση ή όχι. Ήταν σύμφωνος ο coach Πασκουάλ με την διετή ανανέωση του Νίκου Παππά ; Ήταν σύμφωνος με την επιστροφή του 36χρονου Στεφάν Λάσμε ή επιθυμούσε την απόκτηση ενός center από το πάνω ράφι, που τόσο είχε λείψει από τους πράσινους τα τελευταία χρόνια ; Αλλοιώθηκε το πλάνο του μετά την απόσυρση του ενδιαφέροντος για τον Πέτερι Κόπονεν και την φυγή του Μάρκους Ντένμον για την Κίνα και αν ναι σε τι βαθμό ; Έγινε ρεαλιστική προσπάθεια για ανανέωση των Τζέιμς και Σίνγκλετον ;

Στην τελευταία σεζόν του συμβολαίου του, ο coach Πασκουάλ δεν θα μπορούσε παρά να πάει all in με στήριγμα τον αρχηγό Νικ Καλάθη. Ο Καλάθης ανανεώνει το συμβόλαιό του, το οποίο θα τον κρατήσει για άλλα τρία χρόνια στο ΟΑΚΑ λαμβάνοντας αυξημένες αποδοχές, την ώρα που η διοίκηση του Τριφυλλιού καταφέρνει μία τεράστια, και για το παρόν αλλά και για το μέλλον, μεταγραφή αρπάζοντας τον Ιωάννη Παπαπέτρου από τον Πειραιά. Το πρόβλημα στον ώμο και η γεμάτη πλέον θέση 3 με Παπαπέτρου, Αντετοκούνμπο (+Λοτζέσκι) δεν αφήνουν περιθώρια για ανανέωση της συνεργασίας με τον Ρίβερς, στη θέση του εξαιρετικού σουτέρ και αμυντικού Σίνγκλετον έρχεται ο μέτριος σουτέρ και κακός αμυντικός Τόμας, αντί του Γκάμπριελ θα δίνονταν σωστά ευκαιρίες στον Ντίνο Μήτογλου, ενώ το συμπλήρωμα του Καλάθη στην περιφέρεια θα ήταν ένας από τους καλύτερους 1on1 mid range εκτελεστές της δεκαετίας, όμως μέτριος σουτέρ από μακριά, ο Κιθ Λάνγκφορντ. Παράλληλα, επιστρέφει από τις Η.Π.Α και ο Γιώργος Παπαγιάννης, ο οποίος σε πρώτη φάση δεν θα μπορούσε να προσφέρει ποιοτικά λεπτά, καθώς δεν βρισκόταν στην καλύτερη δυνατή σωματική κατάσταση.

Και ξαφνικά οι χώροι για τον Νικ Καλάθη συρρικνώνονται, ο Παναθηναϊκός ζορίζεται πάρα πολύ στο μισό γήπεδο, το δίδυμο Γκιστ-Λάσμε είναι σε πολύ χειρότερη κατάσταση απ’ όσο θα περίμενε και ο πιο απαισιόδοξος φίλαθλος πριν την έναρξη της σεζόν, ενώ και η απουσία της μηχανής deflections, Κρις Σίνγκλετον, συμβάλλει ώστε κάτω από τη ρακέτα του Τριφυλλιού να γίνεται πάρτι ακόμα και σε επίπεδο Α1. Με την ομάδα μακριά από την 8άδα και με το θέαμα που αυτή παρουσιάζει πάνω στο παρκέ να είναι άσχημο, η διοίκηση αποφασίζει διαζύγιο με τον Καταλανό τεχνικό και σε μία πρωτοποριακή, για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, κίνηση φέρνει ως αντικαταστάτη τον θρύλο του κολεγιακού μπάσκετ, Ρικ Πιτίνο.

Το πρώτο διάστημα δεν αλλάζει κάτι δραματικά, αφού ο Νεοϋορκέζος coach φαινόταν να ψάχνεται προσπαθώντας να μάθει την ομάδα του και να προσαρμοστεί στο διαφορετικό ευρωπαϊκό μπάσκετ. Πολύ γρήγορα «δέχεται», πως οι πράσινοι δεν θα ανεβάσουν ποτέ τα ποσοστά τους από μακριά (από τις χειρότερες shooting teams στη διοργάνωση, 13ος σε TS% με 55.1%), συνεπώς το spacing στο μισό γήπεδο θα είναι πάντα ανεπαρκές και, αφού προσθέσει στο backcourt τον καλό αθλητή Σον Κιλπάτρικ, αποφασίζει να ακουμπήσει στο αγαπημένο στοιχείο του Νικ Καλάθη. Το ανοιχτό γήπεδο. Η αλλαγή αγωνιστικού δέρματος και οι συνεχείς ενέσεις motivation, που εφαρμόζει ο coach Πιτίνο έχουν ευεργετικά αποτελέσματα. Ο Παναθηναϊκός τρέχει με το μεγαλύτερο pace στη λίγκα και εκτελεί μεγάλο μέρος των προσπαθειών του στα πρώτα 10 δευτερόλεπτα της επίθεσής του. Επιπλέον, ο Κιλπάτρικ εξελίσσεται σε έναν από τους πιο επιδραστικούς παίκτες ανεβάζοντας επίπεδο την περιφερειακή άμυνα, τα λεπτά του Γιώργου Παπαγιάννη αυξάνονται, ο Ντεσόν Τόμας τροφοδοτείται ανελέητα στο χαμηλό ποστ και μοιάζει άλλος παίκτης, οι πράσινοι πετυχαίνουν πολλές και σημαντικές νίκες και τελικά φτάνουν στην πρόκριση. Απέναντι στη Ρεάλ, το Τριφύλλι παρουσιάζεται ανταγωνιστικό μόνο στο πρώτο παιχνίδι, καθώς στα άλλα δύο φαίνεται ξεκάθαρα ποιος είναι η καλύτερη ομάδα. Ο Παναθηναϊκός δεν βρήκε ανοιχτούς δρόμους για transition επίθεση και συνεπώς εγκλωβίστηκε στο μισό γήπεδο.

Συνοψίζοντας…

Αφού θυμηθήκαμε πρόσωπα και καταστάσεις από όλη αυτή την επταετή πορεία, ας ελπίσουμε κάποια στιγμή η διοίκηση της ΚΑΕ να χαράξει ένα μακροχρόνιο πλάνο, το οποίο και θα στηρίξει έμπρακτα, χωρίς να στρέφεται κάθε χρόνο σε αλλαγές σχεδίων και κατευθύνσεων και χωρίς να επαναλαμβάνει τα ίδια λάθη. Καθαρά στο θέμα μας, νομίζω πως ο κορμός, ο οποίος δημιουργήθηκε το καλοκαίρι του 2016 υπό την εποπτεία του Αργύρη Πεδουλάκη είναι ό,τι ποιοτικότερο έχει να δείξει ο Παναθηναϊκός όλα αυτά τα χρόνια. Για δύο χρόνια, εκείνη η ομάδα ναι μεν είχε κάποια σκαμπανεβάσματα, όμως άγγιξε κατά διαστήματα επίπεδα ολοκληρωτικού μπάσκετ. Το παρκέ του ΟΑΚΑ έπαιρνε φωτιά και μπορούσε να πνίξει ακόμα και τις πιο ακριβές ομάδες της Ευρώπης. Παρολ’ αυτά, σε ένα ενδεχόμενο F4, σε παιχνίδια δηλαδή «ο θάνατός σου η ζωή μου», όπου η αθλητικότητα, η σκληράδα και τα ψυχικά αποθέματα προηγούνται του ταλέντου και των skills, θα πόνταρα τα λεφτά μου στην ομάδα του 2013. Θα πόνταρα στην καθοδήγηση του πιο ολοκληρωμένου guard στην Ευρώπη και στην αμυντική κυριαρχία των prime Γκιστ-Λάσμε, οι οποίοι μπορούσαν να κρύψουν τον ήλιο αμυνόμενοι είτε στην περιφέρεια είτε στη ρακέτα.

Περιμένουμε τα σχόλια και τις παρατηρήσεις σας.

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter

This Post Has One Comment

  1. Avatar
    Giorgos

    Τρομερή εμπάθεια για Παππά από τον αρθρογράφο..ειναι απίστευτο να μην αναφέρεται καν το όνομα του τη σεζόν 17-18 που πριν έρθει ο Τζέιμς ήταν απ τα πρώτα βιολιά..ειδικά το σημείο που λέει για διεισδύσεις των Ντένμον, λεκα, λοτζεσκι κ δεν αναφέρεται καν ο παππάς..

Αφήστε μια απάντηση